la aerolínea
Pronunciation
/ˌaɛɾɔlˈinea/

Ορισμός και σημασία του "aerolínea"στα ισπανικά

01

αεροπορική εταιρεία

empresa que ofrece servicios de transporte aéreo de pasajeros o carga
la aerolínea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aerolíneas
Παραδείγματα
La aerolínea retrasó la salida del avión.
Η αεροπορική εταιρεία καθυστέρησε την αναχώρηση του αεροπλάνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store