el primo
pri
ˈpɾi
pri
mo
mo
mo
mimotimo

Ορισμός και σημασία του "primo"στα ισπανικά

01

ξάδερφος, ανιψιός

el hijo del hermano o la hermana de tu mamá o papá 
el primo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
primos
αρσενικό ενικό
primo
θηλυκό ενικό
prima
Παραδείγματα
Mi primo vive en otra ciudad. 

Ο ξάδερφός μου ζει σε άλλη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store