Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
primero
01
πρώτος
que ocupa el lugar número uno en una serie o secuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
primer
αρσενικό πληθυντικό
primeros
θηλυκό ενικό
primera
θηλυκό πληθυντικό
primera
Παραδείγματα
Este es mi primer día en el trabajo.
Αυτή είναι η πρώτη μου μέρα στη δουλειά.
02
κύριος, πρώτος
que ocupa el lugar más importante o destacado respecto a otros
Παραδείγματα
La razón primera de su éxito es el esfuerzo.
Ο πρώτος λόγος για την επιτυχία του είναι η προσπάθεια.



























