la cereza
ce
θe
θε
re
ˈɾe
ρε
za
θa
θα
cervezacerteza

Ορισμός και σημασία του "cereza"στα ισπανικά

01

κεράσι, καρπός της κερασιάς

fruta pequeña, redonda y roja o negra, que crece en los cerezos 
la cereza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cerezas
Παραδείγματα
Me gusta comer cerezas en verano. 

Μου αρέσει να τρώω κεράσια το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store