Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el interruptor (de la luz)
/ˌintɛrupːtˈɔɾ ðe la lˈuθ/
El interruptor (de la luz)
01
διακόπτης φωτός, διακόπτης φωτισμού
dispositivo que se usa para encender o apagar la luz o la electricidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interruptores de la luz
Παραδείγματα
¿ Dónde está el interruptor de esta lámpara?
Πού είναι ο διακόπτης αυτής της λάμπας;



























