Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ocupado
01
απασχολημένος, απασχολημένος
que tiene muchas cosas que hacer o no está libre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ocupado
συγκριτικός βαθμός
más ocupado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ocupado
αρσενικό πληθυντικό
ocupados
θηλυκό ενικό
ocupada
θηλυκό πληθυντικό
ocupadas
Παραδείγματα
Estoy ocupado trabajando en un proyecto.
Είμαι απασχολημένος να δουλεύω σε ένα έργο.
02
απασχολημένος, εργαζόμενος
que tiene empleo o trabajo
Παραδείγματα
Actualmente está ocupado en una empresa internacional.
Αυτή τη στιγμή είναι απασχολημένος σε μια διεθνή εταιρεία.
03
κατεχόμενος, υπό έλεγχο
que está bajo control o dominio de alguien, especialmente un territorio o lugar
Παραδείγματα
El país estaba ocupado por fuerzas extranjeras.
Η χώρα ήταν κατεχόμενη από ξένες δυνάμεις.



























