Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ocupado
01
απασχολημένος, απασχολημένος
que tiene muchas cosas que hacer o no está libre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ocupado
συγκριτικός βαθμός
más ocupado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ocupado
αρσενικό πληθυντικό
ocupados
θηλυκό ενικό
ocupada
θηλυκό πληθυντικό
ocupadas
Παραδείγματα
Él siempre está ocupado durante la semana.
Είναι πάντα απασχολημένος κατά τη διάρκεια της εβδομάδας.
02
απασχολημένος, εργαζόμενος
que tiene empleo o trabajo
Παραδείγματα
Ambos están ocupados en la misma empresa.
Και οι δύο απασχολούνται στην ίδια εταιρεία.
03
κατεχόμενος, υπό έλεγχο
que está bajo control o dominio de alguien, especialmente un territorio o lugar
Παραδείγματα
Durante la invasión, muchas aldeas fueron ocupadas.
Κατά τη διάρκεια της εισβολής, πολλά χωριά καταλήφθηκαν.



























