el océano
oc
ˈoθe
othe
éa
a
a
no
no
no
octano

Ορισμός και σημασία του "océano"στα ισπανικά

01

ωκεανός

gran masa de agua salada que cubre la mayor parte de la Tierra 
el océano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
océanos
Παραδείγματα
Me gusta nadar en el océano. 

Μου αρέσει να κολυμπάω στον ωκεανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store