justo
Pronunciation
/xˈusto/

Ορισμός και σημασία του "justo"στα ισπανικά

01

δίκαιος

que actúa o decide con equidad y según la razón
justo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más justo
συγκριτικός βαθμός
más justo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
justo
αρσενικό πληθυντικό
justos
θηλυκό ενικό
justa
θηλυκό πληθυντικό
justas
Παραδείγματα
No fue justo que me culparan sin pruebas.
Δεν ήταν δίκαιο που με κατηγόρησαν χωρίς αποδείξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store