Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
justo
01
δίκαιος
que actúa o decide con equidad y según la razón
Παραδείγματα
No fue justo que me culparan sin pruebas.
Δεν ήταν δίκαιο που με κατηγόρησαν χωρίς αποδείξεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δίκαιος