el estómago
e
e
e
stó
ˈsto
sto
ma
ma
ma
go
go
go

Ορισμός και σημασία του "estómago"στα ισπανικά

01

στομάχι, κοιλιά

órgano del cuerpo donde se digiere la comida 
el estómago definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estómagos
Παραδείγματα
Me duele el estómago después de comer. 

Πονάει το στομάχι μου μετά το φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store