Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eterno
01
αιώνιος, ατέλειωτος
que no tiene fin o que dura para siempre
Παραδείγματα
El escritor buscaba la fama eterna con su obra.
Ο συγγραφέας αναζητούσε την αιώνια δόξα με το έργο του.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αιώνιος, ατέλειωτος