eterno

Ορισμός και σημασία του "eterno"στα ισπανικά

01

αιώνιος, ατέλειωτος

que no tiene fin o que dura para siempre
eterno definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más eterno
συγκριτικός βαθμός
más eterno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
eterno
αρσενικό πληθυντικό
eternos
θηλυκό ενικό
eterna
θηλυκό πληθυντικό
eternas
Παραδείγματα
El escritor buscaba la fama eterna con su obra.
Ο συγγραφέας αναζητούσε την αιώνια δόξα με το έργο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store