la mama
ma
ˈma
ma
ma
ma
ma
magma

Ορισμός και σημασία του "mama"στα ισπανικά

01

στήθος, μαστός

la glándula del pecho de una mujer que produce leche para alimentar a los bebés 
la mama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mamas
Παραδείγματα
La madre dio el pecho al bebé de su mama izquierda. 

Η μητέρα θήλασε το μωρό από το αριστερό στηθός της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store