la fosa nasal
fo
ˈfo
φο
sa
sa
σα
na
na
να
sal
sal
σαλ

Ορισμός και σημασία του "fosa nasal"στα ισπανικά

01

ρινική κοιλότητα, ρινικό άνοιγμα

cada uno de los dos orificios de la nariz 
la fosa nasal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fosas nasales
Παραδείγματα
El bebé tiene una fosa nasal más pequeña que la otra. 

Το μωρό έχει μια ρινική κοιλότητα μικρότερη από την άλλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store