la morsa
mor
ˈmoɾ
mor
sa
sa
sa

Ορισμός και σημασία του "morsa"στα ισπανικά

01

θαλάσσιος ίππος, θαλάσσιος ίππος

mamífero marino grande con colmillos largos y piel gruesa 
la morsa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
morsas
Παραδείγματα
La morsa vive en regiones árticas. 

Ο θαλάσσιος ίππος ζει σε αρκτικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store