jambon
jam
ˈʤæm
τζαιμ
bon
bən
μπαν
/dʒˈambən/

Ορισμός και σημασία του "jambon"στα αγγλικά

01

ζαμπόν

meat cut from the thigh of a hog (usually smoked)
jambon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store