jam session
jam
ʤæmsɛʃən
τζαιμσεσαν
session

Ορισμός και σημασία του "jam session"στα αγγλικά

01

συνεδρία τζαμ, μουσική αυτοσχεδιαστική συνάντηση

an informal gathering of musicians who come together to play music spontaneously 
jam session definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jam sessions
Παραδείγματα
The musicians gathered in the basement for an jam session, trading solos and feeding off each other's energy. 

Οι μουσικοί συγκεντρώθηκαν στο υπόγειο για μια jam session, ανταλλάσσοντας σόλο και τρέφοντας από την ενέργεια του άλλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store