jailbird
Pronunciation
/ˈdʒeɪlˌbɝd/

Ορισμός και σημασία του "jailbird"στα αγγλικά

01

επαναλαμβανόμενος εγκληματίας, φυλακόστρουθο

a criminal who has been jailed repeatedly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jailbirds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store