jailbird
jail
ˈʤeɪl
jeil
bird
bɜ:d
bēd
railbird

Ορισμός και σημασία του "jailbird"στα αγγλικά

01

επαναλαμβανόμενος εγκληματίας, φυλακόστρουθο

a criminal who has been jailed repeatedly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jailbirds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jailbird

jail

+

bird

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store