Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jaded
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
worn out or tired, especially after excessive work or activity
Παραδείγματα
The jaded expressions on their faces showed they had lost interest in the discussion.
Οι κουρασμένες εκφράσεις στα πρόσωπά τους έδειχναν ότι είχαν χάσει το ενδιαφέρον για τη συζήτηση.
02
βαρεμένος, κουρασμένος
dulled by surfeit
Λεξικό Δέντρο
jaded
jade



























