ivy
i
ˈaɪ
ai
vy
vi
vi

Ορισμός και σημασία του "ivy"στα αγγλικά

01

κισσός, αειθαλές αναρριχητικό φυτό

a type of evergreen climbing plant with dark green leaves, often used for decorative purposes 
ivy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ivies
Παραδείγματα
Ivy climbed up the walls of the old stone cottage, giving it a charming, rustic appearance. 

Το κισσός ανέβηκε στους τοίχους του παλιού πέτρινου σπιτιού, δίνοντάς του μια γοητευτική, αγροτική εμφάνιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store