Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to iterate
01
επαναλαμβάνω, επιτελώ ξανά
to repeat or perform something again, often to make it clearer, better, or to emphasize specific points
Transitive: to iterate sth
Παραδείγματα
During the presentation, the speaker iterated the main points for clarity.
Κατά την παρουσίαση, ο ομιλητής επανέλαβε τα κύρια σημεία για σαφήνεια.
02
επαναλαμβάνω, επανέρχομαι
to go through a process again and again
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
iterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
iterates
ενεστώτα μετοχή
iterating
απλός αόριστος
iterated
παθητική μετοχή
iterated
Παραδείγματα
The software update iterated automatically, reinstalling itself whenever the system restarted.
Η ενημέρωση του λογισμικού επανέλαβε αυτόματα, επανεγκαθιστώντας τον εαυτό της κάθε φορά που το σύστημα επανεκκινήθηκε.
Λεξικό Δέντρο
iteration
iterative
reiterate
iterate
iter



























