Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresponsibly
01
ανεύθυνα, με ανεύθυνο τρόπο
in a manner lacking a sense of duty, often characterized by carelessness
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He irresponsibly ignored the warning signs.
Ανεύθυνα αγνόησε τα σημάδια προειδοποίησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irresponsibly
responsibly
responsible
response



























