Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iris
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
irises
Παραδείγματα
The iris is the colored part of the eye that regulates the amount of light entering the pupil.
Η ίριδα είναι το χρωματιστό μέρος του ματιού που ρυθμίζει την ποσότητα του φωτός που εισέρχεται στη κόρη.
1.1
διάφραγμα, ίριδα
a mechanical diaphragm made of overlapping plates that can be adjusted to vary the size of an opening, as in a camera lens
Παραδείγματα
The photographer adjusted the iris to let in more light.
Ο φωτογράφος ρύθμισε το διάφραγμα για να αφήσει περισσότερο φως να μπει.
Παραδείγματα
In the garden, the tall iris plants stood proudly, their striking purple blooms catching the sunlight.
Στον κήπο, τα ψηλά φυτά ίριδος στέκονταν περήφανα, τα εντυπωσιακά μοβ άνθη τους να πιάνουν το φως του ήλιου.
iris
01
ίριδα, ενός πλούσιου
of a rich, deep purple color that takes its inspiration from the vibrant hues of the iris flower
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most iris
συγκριτικός βαθμός
more iris
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accent wall in the living room was adorned with a subtle iris hue.
Ο τοίχος έμφασης στο σαλόνι ήταν διακοσμημένος με μια λεπτή απόχρωση ίριδας.
to iris
01
ανοίγω σαν ίριδα, κλείνω σαν ίριδα
(of an aperture, especially in a lens) to open or close like an iris diaphragm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
iris
γ΄ ενικό πρόσωπο
irises
ενεστώτα μετοχή
irising
απλός αόριστος
irised
παθητική μετοχή
irised
Παραδείγματα
The camera lens slowly irised open to reveal the scene.
Ο φακός της κάμερας ιρίστηκε αργά για να αποκαλύψει τη σκηνή.



























