Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iridium
01
ιρίδιο, ένα βαρύ και εύθραυστο μεταλλικό στοιχείο της ομάδας του πλατίνου
a heavy brittle metallic element of the platinum group; used in alloys; occurs in natural alloys with platinum or osmium
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























