iridium
i
ɪ
ι
ri
ˈrɪ
ρι
dium
diəm
ντιαμ
psidiumpyxidiumperidiumconidium
Ir

Ορισμός και σημασία του "iridium"στα αγγλικά

01

ιρίδιο, ένα βαρύ και εύθραυστο μεταλλικό στοιχείο της ομάδας του πλατίνου

a heavy brittle metallic element of the platinum group; used in alloys; occurs in natural alloys with platinum or osmium 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store