Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inventory
01
κατάλογος, απόθεμα
a detailed list or record of all the items or goods in stock or on hand within a particular location, organization, or system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inventories
Παραδείγματα
The warehouse manager conducted a monthly inventory count to track stock levels.
Ο διευθυντής της αποθήκης πραγματοποίησε μια μηνιαία καταμέτρηση αποθέματος για την παρακολούθηση των επιπέδων αποθεμάτων.
02
καταγραφή
the merchandise that a shop has on hand
03
κατάλογος, απόθεμα
a collection of resources
04
απογραφή
the value of goods and materials that a business holds for the purpose of resale or production
Παραδείγματα
Effective inventory control is essential for minimizing costs and ensuring timely order fulfillment.
Ο αποτελεσματικός έλεγχος αποθέματος είναι απαραίτητος για την ελαχιστοποίηση του κόστους και τη διασφάλιση της έγκαιρης εκπλήρωσης των παραγγελιών.
05
κατάλογος, απόθεμα
making an itemized list of merchandise or supplies on hand
to inventory
01
καταγράφω, καταλογογραφώ
make or include in an itemized record or report
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inventory
γ΄ ενικό πρόσωπο
inventories
ενεστώτα μετοχή
inventorying
απλός αόριστος
inventoried
παθητική μετοχή
inventoried



























