introverted
Pronunciation
/ˈɪntɹoʊˌvɝtɪd/

Ορισμός και σημασία του "introverted"στα αγγλικά

introverted
01

εσωστρεφής, συνεσταλμένος

preferring solitude over socializing
introverted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most introverted
συγκριτικός βαθμός
more introverted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The introverted traveler preferred exploring destinations off the beaten path, avoiding crowded tourist attractions.
Ο εσωστρεφής ταξιδιώτης προτιμούσε να εξερευνά προορισμούς έξω από τα συνηθισμένα μονοπάτια, αποφεύγοντας τα γεμάτα τουριστικά αξιοθέατα.

Λεξικό Δέντρο

introverted
introvert
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store