Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Introvert
01
εσωστρεφής, εσωστρεφές άτομο
(psychology) a person who is preoccupied with their own thoughts and feelings rather than the external world
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
introverts
Παραδείγματα
She is introvert and loves reading.
Είναι εσωστρεφής και αγαπά να διαβάζει.
introvert
01
εσωστρεφής, συνεσταλμένος
quiet and shy and wanting to spend time with oneself instead of with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most introvert
συγκριτικός βαθμός
more introvert
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is an introvert reader who loves spending time with books.
Είναι μια εσωστρεφής αναγνώστρια που αγαπά να περνάει χρόνο με βιβλία.
to introvert
01
εσωστρέφομαι, αποτραβιέμαι στον εαυτό μου
to concentrate one's interests, attention, or feelings upon oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
introvert
γ΄ ενικό πρόσωπο
introverts
ενεστώτα μετοχή
introverting
απλός αόριστος
introverted
παθητική μετοχή
introverted
Παραδείγματα
After the breakup he introverted for weeks, preferring long walks alone to talking with friends.
Μετά το χωρισμό, έκλεισε στον εαυτό του για εβδομάδες, προτιμώντας μακρινούς περίπατους μόνος του αντί να μιλάει με φίλους.
02
εσωστρεφή κάνω, προκαλώ εσωστρέφεια
to cause someone to become more inward‑focused or psychologically introverted
Παραδείγματα
The long, isolating negotiations introverted several delegates and changed how they interacted afterward.
Οι μακριές και απομονωτικές διαπραγματεύσεις έκαναν αρκετούς αντιπροσώπους πιο εσωστρεφείς και άλλαξαν τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους στη συνέχεια.



























