Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Introvert
01
εσωστρεφής, εσωστρεφές άτομο
(psychology) a person who is preoccupied with their own thoughts and feelings rather than the external world
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
introverts
Παραδείγματα
Mary, a proud introvert, loves spending quiet evenings knitting.
Η Mary, μια περήφανη εσωστρεφής, λατρεύει να περνά ήσυχα βράδια πλέκοντας.
introvert
01
εσωστρεφής, συνεσταλμένος
quiet and shy and wanting to spend time with oneself instead of with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most introvert
συγκριτικός βαθμός
more introvert
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tom is an introvert hiker, exploring nature's beauty in peaceful isolation.
Ο Τομ είναι ένας εσωστρεφής πεζοπόρος, εξερευνώντας την ομορφιά της φύσης σε ειρηνική απομόνωση.
to introvert
01
εσωστρέφομαι, αποτραβιέμαι στον εαυτό μου
to concentrate one's interests, attention, or feelings upon oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
introvert
γ΄ ενικό πρόσωπο
introverts
ενεστώτα μετοχή
introverting
απλός αόριστος
introverted
παθητική μετοχή
introverted
Παραδείγματα
Faced with noisy criticism, he introverted and reconsidered his priorities before responding.
Αντιμέτωπος με θορυβώδη κριτική, αποτραβήχτηκε και επανεξέτασε τις προτεραιότητές του πριν απαντήσει.
02
εσωστρεφή κάνω, προκαλώ εσωστρέφεια
to cause someone to become more inward‑focused or psychologically introverted
Παραδείγματα
Chronic stress can introvert employees, undermining teamwork and open communication.
Το χρόνιο στρες μπορεί να εσωστρέψει τους υπαλλήλους, υπονομεύοντας την ομαδική εργασία και την ανοιχτή επικοινωνία.



























