to introspect
int
ˌɪnt
int
ros
ˈrəs
rēs
pect
pɛkt
pekt
introject

Ορισμός και σημασία του "introspect"στα αγγλικά

to introspect
01

εσωτερική έρευνα, εξετάζω τις δικές μου σκέψεις

to thoroughly examine one's own thoughts, feelings, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
introspect
γ΄ ενικό πρόσωπο
introspects
ενεστώτα μετοχή
introspecting
απλός αόριστος
introspected
παθητική μετοχή
introspected
Παραδείγματα
The artist used his work as a way to introspect and express his emotions. 

Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε το έργο του ως έναν τρόπο αυτοανάλυσης και έκφρασης των συναισθημάτων του.

Λεξικό Δέντρο

introspection
introspective
introspect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store