Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to introspect
01
εσωτερική έρευνα, εξετάζω τις δικές μου σκέψεις
to thoroughly examine one's own thoughts, feelings, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
introspect
γ΄ ενικό πρόσωπο
introspects
ενεστώτα μετοχή
introspecting
απλός αόριστος
introspected
παθητική μετοχή
introspected
Παραδείγματα
During a career transition, individuals often introspect about their passions.
Κατά τη μετάβαση σταδιοδρομίας, τα άτομα συχνά αναλογίζονται τα πάθη τους.
Λεξικό Δέντρο
introspection
introspective
introspect



























