Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intranet
01
intranet, εσωτερικό δίκτυο
a private network within an organization for internal communication, collaboration, and resource sharing among members
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intranets
Παραδείγματα
The intranet enhances information flow, fostering a collaborative and connected work environment.
Το intranet ενισχύει τη ροή πληροφοριών, προωθώντας ένα συνεργατικό και συνδεδεμένο εργασιακό περιβάλλον.



























