intractable
Pronunciation
/ˌɪnˈtɹæktəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "intractable"στα αγγλικά

intractable
01

ανυπότακτος, δύσκολος στη διαχείριση

difficult to manage, control, or resolve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intractable
συγκριτικός βαθμός
more intractable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The intractable behavior of the wild animal made it unsafe for interaction with humans.
Η δύσκολη συμπεριφορά του άγριου ζώου το έκανε επικίνδυνο για αλληλεπίδραση με ανθρώπους.
02

άλυτος, επίμονος

difficult to cure or solve
Παραδείγματα
The management faced intractable challenges in improving employee morale and productivity.
Η διοίκηση αντιμετώπισε δύσκολα προβλήματα στη βελτίωση του ηθικού και της παραγωγικότητας των υπαλλήλων.

Λεξικό Δέντρο

intractably
intractable
tractable
tract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store