Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intractable
01
ανυπότακτος, δύσκολος στη διαχείριση
difficult to manage, control, or resolve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intractable
συγκριτικός βαθμός
more intractable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The intractable student refused to follow instructions or participate in class activities.
Ο δύσκολος μαθητής αρνήθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες ή να συμμετάσχει στις δραστηριότητες της τάξης.
02
άλυτος, επίμονος
difficult to cure or solve
Παραδείγματα
The disease was labeled as intractable due to its resistance to conventional therapies.
Η ασθένεια χαρακτηρίστηκε ως ανίατη λόγω της αντοχής της στις συμβατικές θεραπείες.
Λεξικό Δέντρο
intractably
intractable
tractable
tract



























