Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intractable
01
ανυπότακτος, δύσκολος στη διαχείριση
difficult to manage, control, or resolve
Παραδείγματα
The intractable behavior of the wild animal made it unsafe for interaction with humans.
Η δύσκολη συμπεριφορά του άγριου ζώου το έκανε επικίνδυνο για αλληλεπίδραση με ανθρώπους.
02
άλυτος, επίμονος
difficult to cure or solve
Παραδείγματα
The management faced intractable challenges in improving employee morale and productivity.
Η διοίκηση αντιμετώπισε δύσκολα προβλήματα στη βελτίωση του ηθικού και της παραγωγικότητας των υπαλλήλων.
Λεξικό Δέντρο
intractably
intractable
tractable
tract



























