Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intonation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intonations
Παραδείγματα
In phonetics, intonation refers to the pattern of rising and falling pitch in speech, which conveys meaning, emotion, and emphasis.
Στη φωνητική, η τονικότητα αναφέρεται στο μοτίβο ανόδου και πτώσης της τονικότητας στην ομιλία, το οποίο μεταφέρει νόημα, συναίσθημα και έμφαση.
02
τονισμός, μονότονο τραγούδι
the action of singing in a monotone or unvarying pitch
Παραδείγματα
The choir struggled with intonation in the opening hymn.
Η χορωδία αγωνίστηκε με την ένταση στον εναρκτήριο ύμνο.
03
τονισμός, αρχικός τονισμός
the singing by a soloist of the opening phrase in plainsong or chant
Παραδείγματα
The cantor led the congregation with the intonation.
Ο ψάλτης οδήγησε τη συναγωγή με την ένταση.
04
τονισμός, ακρίβεια τονισμού
the production of musical tones, particularly the precision of pitch by voice or instrument
Παραδείγματα
The violinist's intonation was flawless during the concerto.
Η ένταση του βιολιστή ήταν άψογη κατά τη διάρκεια του κοντσέρτου.
Λεξικό Δέντρο
intonational
intonation



























