Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intolerable
01
αφόρητος, ανυπόφορος
not able to be endured or accepted due to being unpleasant or difficult
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intolerable
συγκριτικός βαθμός
more intolerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The noise from the construction site became intolerable after several hours.
Ο θόρυβος από το εργοτάξιο έγινε αφόρητος μετά από αρκετές ώρες.
Λεξικό Δέντρο
intolerable
tolerable
toler



























