intersex
Pronunciation
/ˌɪntɚsˈɛks/

Ορισμός και σημασία του "intersex"στα αγγλικά

01

διεμφυλικός, ερμαφροδιτισμός

the state of having the sex organs or other sexual features of both genders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store