Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interrupted
01
διακοπτόμενος, διαλειπτικός
frequently stopping and starting, causing a break in continuity or flow
Παραδείγματα
Her interrupted breathing indicated a problem with her respiratory system.
Η διακοπτόμενη αναπνοή της υποδείκνυε πρόβλημα με το αναπνευστικό της σύστημα.
02
διακοπεί, ανασταλμένος
discontinued temporarily
Λεξικό Δέντρο
uninterrupted
interrupted
interrupt



























