interrupted
in
ˌɪn
in
te
rrup
ˈrʌp
rap
ted
tɪd
tid
incorrupted

Ορισμός και σημασία του "interrupted"στα αγγλικά

interrupted
01

διακοπτόμενος, διαλειπτικός

frequently stopping and starting, causing a break in continuity or flow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interrupted
συγκριτικός βαθμός
more interrupted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The interrupted power supply caused inconvenience during the storm. 

Η διακοπτόμενη παροχή ρεύματος προκάλεσε αναστάτωση κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

02

διακοπεί, ανασταλμένος

discontinued temporarily 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store