interoperability
in
ˌɪn
in
te
ro
ro
pe
ra
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "interoperability"στα αγγλικά

Interoperability
01

διαλειτουργικότητα, ικανότητα αλληλεπίδρασης

the ability of different systems, software, or devices to seamlessly communicate, exchange data, and work together effectively 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The new software update improves interoperability between devices. 

Η νέα ενημέρωση λογισμικού βελτιώνει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ συσκευών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store