archipelagic
ar
ˌɑ:
α
chi
κι
pe
πα
la
ˈlæ
λαι
gic
ʤɪk
τζικ

Ορισμός και σημασία του "archipelagic"στα αγγλικά

archipelagic
01

αρχιπελαγικός, σχετικός με ένα αρχιπέλαγος

related to or characteristic of an archipelago, a group or chain of islands 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, landforms, territory
Παραδείγματα
The Philippines is an archipelagic nation comprised of thousands of islands. 

Οι Φιλιππίνες είναι ένα αρχιπελαγικό έθνος που αποτελείται από χιλιάδες νησιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store