Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
archipelagic
01
αρχιπελαγικός, σχετικός με ένα αρχιπέλαγος
related to or characteristic of an archipelago, a group or chain of islands
Παραδείγματα
The archipelagic environment of Hawaii offers diverse landscapes and ecosystems across its volcanic islands.
Το αρχιπελαγικό περιβάλλον της Χαβάης προσφέρει ποικίλα τοπία και οικοσυστήματα στα ηφαιστειακά της νησιά.



























