Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intermittency
01
διακοπτόμενη λειτουργία, ανομοιομορφία
the quality of occurring with irregular pauses in activity or occurrence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Doctors were concerned about the intermittency of her symptoms flaring up unexpectedly.
Οι γιατροί ανησυχούσαν για την διακοπτόμενη εμφάνιση των συμπτωμάτων της που ξεσπούν απροσδόκητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
intermittency
intermittence
intermit



























