Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interject
01
παρεμβάλλω, διακόπτω
to insert a comment, remark, or question abruptly into a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interject
γ΄ ενικό πρόσωπο
interjects
ενεστώτα μετοχή
interjecting
απλός αόριστος
interjected
παθητική μετοχή
interjected
Παραδείγματα
He interjected a sarcastic remark that broke the tension.
Αυτός παρενέβαλε μια σαρκαστική παρατήρηση που διέλυσε την ένταση.
Λεξικό Δέντρο
interjection
interject



























