Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intercourse
01
ανταλλαγή, επικοινωνία
the exchange of thoughts, information, or communication between people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The frequent intercourse between the two departments led to improved collaboration and efficiency.
Η συχνή επικοινωνία μεταξύ των δύο τμημάτων οδήγησε σε βελτιωμένη συνεργασία και αποτελεσματικότητα.
02
σεξουαλική επαφή, συνουσία
sexual activity between individuals, especially the insertion of a man's penis into a woman's vagina until orgasm and ejaculation occur



























