Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intercession
01
παρέμβαση, διαμεσολάβηση
the action of talking to someone so that they help settle an argument or show kindness to someone else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intercessions
Παραδείγματα
The community requested the mayor's intercession when the local park was threatened with closure.
Η κοινότητα ζήτησε τη μεσολάβηση του δημάρχου όταν το τοπικό πάρκο απειλήθηκε με κλείσιμο.
02
μεσιτεία, προσευχή μεσιτείας
a prayer to God on behalf of another person
Λεξικό Δέντρο
intercession
interce



























