Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intercede
01
παρεμβαίνω, μεσολαβώ
to talk to someone and convince them to help settle an argument or spare someone from punishment
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intercede
γ΄ ενικό πρόσωπο
intercedes
ενεστώτα μετοχή
interceding
απλός αόριστος
interceded
παθητική μετοχή
interceded
Παραδείγματα
He bravely interceded to stop the fight and prevent further escalation of violence.
Προσέφυγε γενναία παρέμβαση για να σταματήσει τη μάχη και να αποτρέψει την περαιτέρω κλιμάκωση της βίας.



























