Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intercede
01
παρεμβαίνω, μεσολαβώ
to talk to someone and convince them to help settle an argument or spare someone from punishment
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intercede
γ΄ ενικό πρόσωπο
intercedes
ενεστώτα μετοχή
interceding
απλός αόριστος
interceded
παθητική μετοχή
interceded
Παραδείγματα
The ambassador chose to intercede on behalf of the imprisoned journalist, hoping to secure his release.
Ο πρέσβης επέλεξε να μεσολαβήσει εκ μέρους του φυλακισμένου δημοσιογράφου, ελπίζοντας να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή του.



























