Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensive
01
εντατικός, εξονυχιστικός
involving a lot of effort, attention, and activity in a short period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intensive
συγκριτικός βαθμός
more intensive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project required intensive research and analysis to meet the deadline.
Το έργο απαιτούσε εντατική έρευνα και ανάλυση για να τηρηθεί η προθεσμία.
02
εντατικός, εντατική
(of farming practices) using large amounts of labor, capital, and resources to produce high yields in a small area
Παραδείγματα
Intensive livestock farming requires significant investment in feed and animal care to achieve high production rates.
Η εντατική κτηνοτροφία απαιτεί σημαντική επένδυση σε τροφές και φροντίδα ζώων για την επίτευξη υψηλών ποσοστών παραγωγής.
03
εντατικός, υψηλής έντασης
(in business) concentrating on or using something a lot, such as a piece of equipment, etc.
Παραδείγματα
Energy-intensive manufacturing processes increase production costs.
Οι ενεργειακά εντατικές διαδικασίες παραγωγής αυξάνουν το κόστος παραγωγής.
Intensive
01
εντατικό, ενισχυτικό
a word or construction that emphasizes or intensifies the meaning of another word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intensives
Παραδείγματα
The intensive in the phrase " I did it myself " serves to underline the subject's involvement.
Το εντατικό στη φράση "Το έκανα μόνος μου" χρησιμεύει για να υπογραμμίσει τη συμμετοχή του υποκειμένου.
Λεξικό Δέντρο
intensively
intensiveness
intensive
intense



























