Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archeologist
01
αρχαιολόγος
a person whose job is to study ancient societies using facts, objects, buildings, etc. remaining in excavation sites
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
archeologists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
archeologist
archeology
archeo



























