intellectual
in
ˌɪn
in
te
ti
llec
ˈlɛk
lek
tual
ʧuəl
chooēl
ineffectual

Ορισμός και σημασία του "intellectual"στα αγγλικά

intellectual
01

διανοητικός, πνευματικός

relating to or involving the use of reasoning and understanding capacity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She enjoys engaging in intellectual debates with her colleagues. 

Απολαμβάνει τη συμμετοχή σε διανοητικές συζητήσεις με τους συναδέλφους της.

02

διανοητικός, πνευματικός

of or associated with or requiring the use of the mind 
03

διανοητικός, πνευματικός

developed or primarily guided by the intellect rather than relying on emotions or personal experience 
Παραδείγματα
His intellectual approach to problem-solving involved thorough research and analysis. 

Η διανοητική του προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων περιελάμβανε διεξοδική έρευνα και ανάλυση.

01

διανοούμενος, πνευματικός

a person who uses the mind creatively 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intellectuals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store