Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Integrity
01
ακεραιότητα, ενότητα
the state of being together as one and not separated or broken into parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The integrity of the building was compromised after the earthquake.
Η ακεραιότητα του κτιρίου παραβιάστηκε μετά τον σεισμό.
02
ακεραιότητα, τιμιότητα
the quality of being honest, ethical, and consistently adhering to strong moral principles
Παραδείγματα
Her integrity was evident in the way she handled the difficult decision.
Η ακεραιότητά της ήταν εμφανής στον τρόπο που αντιμετώπισε τη δύσκολη απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
integrity
integr



























