instrumental
ins
ˌɪns
ins
tru
trə
trē
mental
ˈmɛntl
mentl

Ορισμός και σημασία του "instrumental"στα αγγλικά

instrumental
01

οργανικός, χωρίς φωνητικά

(of music) made only by instruments and without vocals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instrumental piece featured a beautiful piano melody accompanied by strings. 

Το οργανικό κομμάτι περιελάμβανε μια όμορφη μελωδία πιάνου συνοδευόμενη από έγχορδα.

01

οργανικό

a piece of music that is performed without vocals, typically featuring musical instruments only 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
instrumentals
Παραδείγματα
The album includes several beautiful instrumentals that showcase the band's talent. 

Το άλμπουμ περιλαμβάνει πολλά όμορφα ορχηστρικά που δείχνουν το ταλέντο της μπάντας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store