Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instructive
01
διαφωτιστικός, εκπαιδευτικός
providing useful information or guidance, often with the intention of teaching or educating
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most instructive
συγκριτικός βαθμός
more instructive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, communication, information
Παραδείγματα
The instructive manual helped me assemble the furniture.
Το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο με βοήθησε να συναρμολογήσω τα έπιπλα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
instructively
uninstructive
instructive
instruct



























