Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instructive
01
διαφωτιστικός, εκπαιδευτικός
providing useful information or guidance, often with the intention of teaching or educating
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most instructive
συγκριτικός βαθμός
more instructive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructive signs along the trail guided hikers to the summit.
Οι διαφωτιστικές πινακίδες κατά μήκος της διαδρομής οδήγησαν τους πεζοπόρους στην κορυφή.
Λεξικό Δέντρο
instructively
uninstructive
instructive
instruct



























