Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Instruction
01
οδηγία, εντολή
guidance on how to carry out a task or operate something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
instructions
Παραδείγματα
Following the cooking instructions precisely is key to achieving the perfect dish.
Η ακριβής παρακολούθηση των οδηγιών μαγειρέματος είναι το κλειδί για την επίτευξη του τέλειου πιάτου.
02
εντολή, διαταγή
a line of command that tells a computer what to do
Παραδείγματα
Each instruction in the program directs the computer to perform a specific task, such as adding numbers or displaying text.
Κάθε εντολή στο πρόγραμμα κατευθύνει τον υπολογιστή να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία, όπως η πρόσθεση αριθμών ή η εμφάνιση κειμένου.
03
διδασκαλία, οδηγία
the act of teaching someone a subject or skill
Παραδείγματα
The course offers instruction in basic chemistry.
Το μάθημα προσφέρει διδασκαλία στη βασική χημεία.
3.1
διδασκαλία, εκπαίδευση
the occupation of teaching
Παραδείγματα
She entered instruction after completing her degree.
Μπήκε στη διδασκαλία μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου της.
Λεξικό Δέντρο
instructional
instruction
instruct



























