insole
in
ˈɪn
ιν
sole
səʊl
σεουλ

Ορισμός και σημασία του "insole"στα αγγλικά

01

πατούσα, εσωτερική σόλα

the inner sole of a shoe or boot where the foot rests 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

insole
sole
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store