Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inseparably
01
αδιαχώριστα, αποσυνδέτως
in a way that cannot be separated, divided, or disconnected
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The twins have been inseparably close since birth.
Τα δίδυμα είναι αχώριστα κοντά από τη γέννησή τους.
Λεξικό Δέντρο
inseparably
separably
separable
separ



























