insectivore
in
ˈɪn
in
sec
sɛk
sek
ti
ti
vore
ˌvɔ:
vaw

Ορισμός και σημασία του "insectivore"στα αγγλικά

01

εντομοφάγος, ζώο που τρέφεται με έντομα

an animal that primarily feeds on insects or other small invertebrates 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insectivores
02

εντομοφάγος, οργανισμός που τρέφεται κυρίως με έντομα

any organism that feeds mainly on insects 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store